Ψημένη γη

Το ταξίδι μου είναι αυτό της φωτογράφισης
το δικό της αυτό της ψημένης γης, της τερακότα, πήλινα δοχεία τσουκάλια  φτιάχνει και πουλάει για να ζήσει, τέχνη και ιστορία,
ζωντανός ο πηλός, ζωντανή η μέρα πηγαίνει να σβήσει
καθώς ο δρόμος έξω από την Τραπεζούντα γεμίζει φως από φανάρια
με βραχιόλια τα λεπτά χέρια της, γεμάτα μέχρι σχεδόν τον αγκώνα οι ανάγκες της, ήταν όμορφη, είναι όμορφη θα είναι πάντα…
αγκομαχάει η επιστροφή, γυρίζουμε κι οι δυο από τη μοναξιά της μέρας,
το αυτοκίνητο στην όχθη με τη μηχανή ανοιχτή
αυτή στην όχθη με την καρδιά την ανοιχτή, είναι μόνη, όπως το τελευταίο τζιτζίκι που αργεί να χορτάσει τη μέρα…της έμειναν δυο, δυο τσουκάλια με σχέδια, στον ήλιο να γέρνει στα τετράγωνα που λικνίζουν και γίνονται ρόμβοι, πότε μελαγχολούν και χάνονται στο ψημένο χώμα

μια γυναίκα Τούρκισσα με ψεύτικα βραχιόλια, δεν είχε δόντια
πήλινα δοχεία κόκκινα σαν αίμα
γερά σαν κόκαλα… δεν αγόρασα ούτε ένα
με τη μηχανή να περιμένει να τη βγάλω από το μαρτύριο
δεν αγόρασα ούτε ένα, κι όμως αργότερα σε δυο στιγμές μέσα
άφησα ό,τι είχαν τα χέρια μου στα χέρια της
τα δάκτυλά της πέρασε στα μάτια μου
δεν αγοράζω πήλινα δοχεία από την Τραπεζούντα, πώς να της το πω
μου έδωσε το πιο γλυκό της βλέμμα, έβγαλε από μια κρύπτη στο στήθος της κάτι που έμοιαζε με φυλαχτό
«φυλαχτό από αρρώστια, φυλαχτό από χάρο», φυλαχτό από κάτι που λέγεται ποίηση και σε τυφλώνει να μην ακούς γιατί μπερδεύονται στο νου οι ημεροδείκτες
μα δεν αγόρασα πήλινα δοχεία, τη φίλησα στο μέτωπο
σαν να’ταν μάνα που πέρασε μια χάντρα θαλασσιά σ’ ένα νήμα, σαν το νήμα του δρόμου με σκόνη στο χέρι
μου την έδεσε στο χέρι, σαν δένεται η ευχή, η πορεία
της χάρισα ό,τι φορούσα στο λαιμό μα δεν αγόρασα τα πήλινα δοχεία της
κι ήταν φτηνά, κι ήταν ακριβά στη μνήμη, δεν αγόρασα

έβαλε την παλάμη ψηλαφιστά ψηλά στο στήθος με ίσια τα δάκτυλα ν’ αγγίζουν τη φλέβα που αναπνέει εκεί που δεν αφήνει ν’ ακούσει κανείς τη σκέψη, ρωτώντας, λέγοντας με άσχημη ελληνική προφορά τ’ όνομά της

Avgerinu

σαν να είχε χάσει χρώματα η λέξη όπως τα ρούχα,
έβαλα την παλάμη ψηλά στο στήθος της ρωτώντας, λέγοντας καθαρά τ’ όνομα μου,

Ανατολία

Anadolu, Anadolu, πήρε και φώναζε, νομίζοντας πως γνώριζα τη γλώσσα της αντί πως ήξερε εκείνη τη δική μου που απαντούσε,
να με φιλάει,
να μου φιλάει τα δάκτυλα,
να με χαϊδολογεί με τα μάτια
μα δεν αγόρασα τίποτα, στην όχθη όλα θα έμεναν
στο δρόμο που μερίζεται τη συντροφιά, τη συντροφιά δυο γυναικών που χάρισαν η μια στην άλλη κάτι δικό η κάθε μια,
δεν ξέρω πόσο θα έμενε ακόμα να περιμένει ένα πελάτη,
ένα συγγενή,
ένα λεωφορείο,

έν’ άλλο ήλιο, μια άλλη μορφή στο δρόμο, δεν ξέρω

ξέρω μόνο γιατί δεν αγόρασα… κι αφότου έφυγα τα κλάματα του δειλινού θα ζήλεψαν τη σιωπή

ξέρω… μα ίσως και να έμειναν τα πήλινα δοχεία στην όχθη απούλητα, ίσως και ραγισμένα ή εγκαταλειμμένα, κι η Αυγερινούλα, αυτή η Τούρκισσα η δική, η δική του δρόμου μου, η δική του κόσμου μου θα φορούσε τα χρυσαφικά κοντά στη φλέβα της,  κι εγώ το φυλαχτό της κοντά της στη φλέβα μου, και τα πήλινα δοχεία θα έμεναν, κόκκινα και σκληρά σαν αίμα να θυμίζουν μια συγγένεια…
στον εργοδότη μου έγραψα αργότερα, κι έδωσα ένα τίτλο
κάτω από τη φωτογραφία, για όσα είδε ο φακός μου
The terracotta woman…
και στην ψυχή μου η Τραπεζούντα θα μιλούσε αλλιώτικα μιαν άλλη ιστορία, ελεύθερη για μένα,
κι ίσως, ποιος ξέρει, και για την Αυγερινή

© 2010 Έρμα Βασιλείου

  Copyright secured by Digiprove © 2010

Diasporic Associated content

......

If you enjoy this site please spread the message.
Αν σας αρέσει η Διασπορική μοιραστείτε την με τους φίλους σας

This entry was posted in Λογοτεχνία, Ποίηση. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>