Η Επίσκεψη


Posted By Vana Kontomerkos on March 1, 2010

της Βάνας Κοντομέρκου

Η βροχή είχε σταματήσει. Περπατούσε σκυφτή, ακούγοντας τα λούκια να στάζουν πάνω στα πεζοδρόμια.Τα βήματά της, την οδηγούσαν μόνα τους στο μικρό διόροφο σπιτάκι, στο Μεταξουργείο.

Πόσο τ’αγαπούσε αυτό το σπιτάκι..΄Ενας Θεός μόνο ήξερε..Η ζωή της ολόκληρη, ήταν γεμάτη απ’αυτό. Από χρώματα, λουλούδια και μυρουδιές που έβγαιναν μέσα από τα παλιά του κουφώματα και σανίδια και είχαν ποτίσει το είναι της. Οι αναμνήσεις, ένας πολύτιμος θησαυρός που είχε κλείσει ερμητικά μέσα της ενάντια στην φθορά του χρόνου. 

Μια ανακατωμένη νοσταλγία την πλημμύρισε. Σήμερα όλα άλλαξαν. Ότι άγγιξε ο χρόνος το αλλοίωσε. Τα λουλούδια δεν υπήρχαν πια στα παρτέρια. Ο θησαυρός, ήταν τώρα οι κίτρινες μαργαρίτες, η αδυναμία της μητέρας της, που γέμιζαν από μόνες τους κάθε άνοιξη τον μικρό κήπο μπροστά στην κουζίνα καθώς και οι αναμνήσεις του παρελθόντος, που είχαν τυλίξει με τον ίσκιο τους τον αιωνόβιο κισσό που είχε χορταριάσει την μάντρα του σπιτιού. Η δασειά και απλωμένη παρουσία του, της έφερνε πάντα το αίσθημα δροσιάς και προστασίας. Τον αγαπούσε αυτόν τον κισσό. Είχε ηλικιωθεί κι αυτός συντροφιαστά με τα θεμέλια του σπιτιού τονίζοντας έτσι πιο έντονα την διαφορά του κάθε πρόσφατου νεόχτιστου που φύτρωνε τριγύρω.

   Προχωρούσε αφηρημένα, ρουφώντας τα δάκρυα, που έσταζε το μελαγχολικό μεσημέρι. Πατούσε μέσα στις λακκούβες του νερού, πάνω στα σπασμένα πεζοδρόμια και στα μουσκεμένα φύλλα, που στριμώχνονταν μέσα στ’ αυλάκια του δρόμου. Μέσα στην ησυχία του μεσημεριού άκουγε τους φορτισμένους χτύπους της καρδιάς της που έκλαιγε. Δεν τό’θελε. Είχε μπει ο Μάης. Ο μήνας της αναγέννησης και του έρωτα. Τό’νοιωθε στον αέρα. Έβλεπε τα πουλιά και την αλλαγή της φύσης, που γινόταν αργά, αλλά σταθερά, σαν το οινόπνευμα που κυλάει στο αίμα, ξεφαντώνοντας τις αισθήσεις και το μυαλό. Η εικόνα τους, την πονούσε, σαν αλμυρές σταγόνες νερού πάνω σε ανοιχτή πληγή, που αιμορραγούσε.

  Κάθε φορά που ερχόταν στην μητέρα της, ήξερε θα την περίμενε με το μπρίκι έτοιμο για καφέ. Τον έφτειαχνε και τον έφερνε μαζί με κουλουράκια στο δωμάτιο που περνούσε όλη την ημέρα, κοντά στην μπαλκονόπορτα συντροφιά με το πλεχτό της και τις  αναμνήσεις. Γιατί τώρα πια υπήρχαν μόνο οι αναμνήσεις.

Από τότε που πέθανε ο πατέρας της, η παρουσία της, είχε περιοριστεί μέσα στο σπίτι. Έβγαινε μόνο έξω στα παρτέρια κι άνοιγε πάνω την μπαλκονόπορτα να μπαίνει μέσα καθαρός αέρας και η μοσχοβολιά κάθε που ανθούσε το μπουγαρίνι, που στόλιζε το μπαλκόνι.

  «Γιατί κατέβασες έτσι απότομα την αυλαία στον έξω κόσμο;» την είχε ρωτήσει μια μέρα. «Ούτε τις φίλες σου δεν βλέπεις τώρα πια.»

   «Το έργο, έφτασε στο τέλος» της είχε απαντήσει σταθερά. «Μαζί του τέρμα και οι κομπάρσοι και το ακροατήριο. Το μόνο ακροατήριο που μ’ενδιαφέρει από δω και μπρος είσαι μόνον εσύ».

  Την είχε κοιτάξει με απορία. Όχι, απ’ότι γνώριζε, ότι ήταν ποτέ πολλά τα πρόσωπα στην σκηνή. Αλλά και αυτή σαν θεατής, δεν θα μπορούσε να πει πάντα με σιγουριά, αυτό που παιζόταν κάθε φορά στο σανίδι. Αργότερα σαν παντρεύτηκε και η ίδια, κατάλαβε πως άλλο ήταν η σκηνή και άλλο τα παρασκήνια.

  « Μα εγώ είμαι κόρη σου. Δεν είμαι ακροατήριο».

  Θυμόταν, είχε χαμογελάσει με συγκατάβαση. « Να το θυμάσαι αυτό» της είχε πει και την αγκάλιασε με τρυφερότητα.

   Έτσι και σήμερα. Σαν την είδε, άνοιξε την αγκαλιά της. Πόση ανάγκη είχε από αυτήν την αγκαλιά..Το χαμόγελό της, αλάφρυνε την υγρασία της καρδιά της.

  «Φαίνεσαι κουρασμένη» της είπε τρυφερά. «Μέχρι τώρα, ήσουνα στο γραφείο;»

   Έγνεψε καταφατικά και την ακολούθησε στην κουζίνα.

  «Πήγαινε πάνω να ξαπλώσεις λίγο. Θα φτειάξω τον καφέ και θάρθω και γω. Άνοιξε και την μπαλκονόπορτα. Σήμερα μπορεί να έβρεξε, αλλά η μέρα είναι ζεστή.»

  Κοίταζε την αγαπημένη της φιγούρα μέσα στο μισόθαμπο της κουζίνας. Η πλάτη της είχε κυρτώσει με τα χρόνια. Τα σγουρά μαλλιά της πιασμένα σε κότσο, είχαν γίνει κάτασπρα. Παλιά θυμόταν, συνήθιζε να βάζει μπιγκουτί, να ντύνεται, να βάφεται.. Αλλά μαζί με τον θάνατο του πατέρα της, εξανεμίστηκε και κάθε όρεξη για περιποίηση. Τώρα η παρουσία της, θύμιζε μια πολύτιμη εξαυλωμένη ζωγραφιά, που μέσα από το θλιμμένο βλέμμα της, ανέδυε ο απόηχος ενός κόσμου παλιού, αφτειασίδωτου αλλά αληθινού.

   « Δεν θα ξαπλώσω. Θα πάω για λίγο πάνω να δω το μπουγαρίνι. Αν και λίγο νωρίς για νά’βγαλε λουλούδια. Τον καφέ θα κατέβω να τον πιούμε εδώ στο κουζινάκι μας».

   « Μα είναι σκοτεινό και έχει υγρασία. Τούτο το σπιτόπουλο, δεν είδε ποτέ το φως του ήλιου.»

   Της έπιασε τα χέρια μέσα στα δικά της. Οι καφές βούλες των χεριών της, κράταγαν το βάρος της ηλικίας της. Η ζέστη τους, ακούμπησε σαν βάλσαμο στην καρδιά της.

   «Το σπιτόπουλο..πάντα έτσι λες το μικρό μας σπίτι, ήταν πάντα ζεστό για μένα. Γιατί είχε τον ήλιο μέσα του.»

   Την κοίταξε γλυκά. Κάτι είχε αλλάξει στην έκφρασή της ή έτσι της φάνηκε; Την άφησε και ανέβηκε πάνω.

 Τα δυο μικρά δωμάτια έμοιαζαν σαν να μην τα άγγιξε ποτέ ο χρόνος. ‘Ολα ήταν βυθισμένα σε μια γνώριμη σιωπή. Τα ίδια έπιπλα στην ίδια μεριά και τα κρεββάτια σκεπασμένα με τις ίδιες κουβέρτες όπως τότε. Μόνο που τώρα το χρώμα τους είχε ξεθωριάσει. Μέσα από τις φευγάτες ηλιαχτίδες που μπαινόβγαιναν στα σύννεφα είδε ξανά τα μόρια της σκόνης να αιωρούνται στον αέρα. Παλιά θυμόταν, η παρουσία τους την διασκέδαζε. Επαλήθευαν τα λόγια που έλεγε στην μητέρα της, όταν την έβλεπε συνέχεια να ξεσκονίζει. Σήμερα  ακόμα κι αυτά στην ψυχή της, ήταν μια παρουσία.

  Στο δωμάτιό της, τα πατζούρια ήταν κλειστά. Η μητέρα της έμπαινε μέσα μόνο κάθε που το καθάριζε. Περνούσε τις ώρες της στο δικό της δωμάτιο.

Άνοιξε το παράθυρο. Κάποιες αχτίνες μέσα από τα διαλυμένα σκοτάδια του ήλιου μπήκαν δειλά στο δωμάτιο και το φώτισαν.. Κάθησε  παγωμένη στο κρεββάτι της. Μεμιάς ένας ολόκληρος κόσμος, ένα βουερό μελισσολόϊ από αναμνήσεις ξύπνησε μέσα της.  

Από μικρή ζητούσε το τρυφερό χάδι του ήλιου που τρυπούσε τις φαγωμένες χαραμάδες του παλιού σπιτιού και γέμιζε με φως το μικρό της δωμάτιο. Τότε.. που αυτή ακόμα γίνονταν. Χρόνια αθώα, ατραυμάτιστα, ποτισμένα με γάλα..

Τα μάτια της γέμισαν. Πλησίασε το παράθυρο. Από το πρεβάζι του ο δρόμος κάτω, φαινόταν μια δρασκελιά. Κι αυτό, θυμόταν, ήταν η μεγαλύτερή της απόλαυση. Όλη η μαγεία των παιδικών της, η τρυφερή ανατριχίλα της εφηβείας,  τα χρόνια που ήρθε ο έρωτας, που της έφτειαχνε νύχτες αγρύπνιας και ψυχικού ερεθισμού, περνούσαν πάνω από αυτό το πρεβάζι έξω στην φτωχογειτονιά και την έλουζαν με χρυσάφι. Και πόσα άλλα..

Λουλούδια, σκέψεις, δάκρυα, πνοές.. Μια ανεπανάληπτη πτυχή ζωής, όπου τα λιγοστά πράγματα φτειαγμένα από λίγα και απ’όλα στο νεανικό μυαλό της φάνταζαν φανταστικά. Κι ο νούς της έτρεχε ακατάπαυστα..ξανοιγόταν. Είχε την μοναδική ικανότητα να μεταμορφώνει την ψυχή και να φτειάχνει  μέσα από το όνειρο, πολιτείες μενεξεδένιες. Ο έρωτας του Νίκου, την είχε μεταμορφώσει. Ζούσε σε μια έκσταση, σ’ένα πάθος παράφορο, που δεν υποτασσόταν σε κανένα όριο λογικής. Κάθε βράδυ οι καντάδες και τα λουλούδια που της πέταγε, ήταν μια ανεξέλεγχτη πρόκληση στο σώμα, που επαναστατούσε και μούσκευε τα μαξιλάρια με δάκρυα και ιδρώτα.  

   Σήμερα η μαγεία είχε διαλυθεί. Τα χρόνια που πέρασαν άφησαν την σφραγίδα τους στο κορμί της και στην ψυχή της. Χάιδεψε με το βλέμμα της τα έπιπλα, τα λιγοστά παλιά μπιμπελώ της, μερικά βιβλία στην σκαλιστή αταζέρα της. Όλα αυτά σήμερα της έφερναν τόσο πόνο..

  Πέρασε δίπλα στο δωμάτιο της μητέρας της και άνοιξε την μπαλκονόπορτα.  Το μικρό μπαλκόνι ίσα που χωρούσε τις δύο πολυθρόνες των γονιών της. Η γλάστρα με το μπουγαρίνι στόλιζε πάντα την γωνία. Όχι. Δεν είχε ανθίσει ακόμα. Θυμήθηκε τα καλοκαίρια που η μητέρα της έκοβε μια φούχτα άνθη σ’ένα πιατάκι και τά’βαζε στο τραπέζι του σαλονιού. Μοσχοβολούσε όλο το δωμάτιο. Κι άλλοτε πάλι, πόσες φορές τα καρφίτσωνε στο στήθος της. Κάποτε μάλιστα, είχε ακούσει τον πατέρα της που της είπε, πως το μπουγαρίνι στο στήθος της, ήταν καλλίτερο κι από το πιο ακριβό κόσμημα.

Χαμογέλασε. Σίγουρα ήταν τρυφεροί ο ένας στον άλλο. Τώρα που το σκεφτόταν αλήθεια, πως μπορούσε να μετρήσει την αγάπη των γονιών της; Ποιός αγαπούσε λιγώτερο και ποιός περισσότερο; Δύσκολο να κρίνει κανείς, όταν μια ζωή ανέβαζαν στην σκηνή καλοστημένες παραστάσεις. Εκτός..αν μπορούσε να τρυπώσει κανείς στα παρασκήνια. Αυτή όμως, δεν ασχολήθηκε ποτέ μ’αυτό. Δεν την ενδιέφερε ν’ασχοληθεί. Τα δικά της είχαν πάντα προτεραιότητα.

  O ουρανός είχε αρχίσει να μαζεύει πάλι σύννεφα. Κοίταξε με απόγνωση τριγύρω. Τίποτα δεν ήταν πια όπως πρώτα. Τα γνωστά σπίτια δίπλα τους είχαν γκρεμιστεί και στην θέση τους είχαν υψωθεί πολυκατοικίες. Η γειτονιά άλλαζε. Όσο πήγαινε γινόταν απρόσωπη.

Ξαφνικά, ένοιωσε να την ζώνει μια αφόρητη θλίψη. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα και μπήκε μέσα. Η μυρουδιά του καφέ που’ρχόταν από την κουζίνα, την συνέφερε. Είχε ξεχαστεί τελείως.  Έρριξε μια βιαστική ματιά στο εικονοστάσι που ήταν σε μια γωνία του δωματίου και κατέβηκε. Κάτι μέσα της δέθηκε κόμπος. Σ’αυτό το εικονοστάσι, έπιασε  γονατιστή την μητέρα της, τότε που αυτή επαναστάτησε άγρια και τους δήλωσε πως ανεξάρτητα από την γνώμη τους για τον Νίκο, αυτή τον αγαπάει και θα τον πάρει. Και τον πήρε.

  «Τι έκανες τόση ώρα κει πάνω; Όπου νά’ταν θα ανέβαινα  και γω» της είπε  μόλις την είδε.

  « Το μπουγαρίνι δεν έχει λουλούδια. Πάντως η γλάστρα στολίζει το άδειο μπαλκόνι.»

   Αναστέναξε. « Τι περίμενες; Τις δυο πολυθρόνες που ήξερες; Πάνε εκείνοι οι καιροί..Όταν φεύγει κάτι, δεν ξαναγυρίζει κόρη μου. Χάνεται παντοτεινά. Κι αν κάτι πάει να μοιάσει, λέω αν,.. δεν είναι ποτέ το ίδιο. »

  «Σαν το ραγισμένο γυαλί;» της ξέφυγε και το μετάνοιωσε.

  Την κοίταξε με προσοχή. Ένα αμυδρό χαμόγελο έσκασε στο πρόσωπό της.

   « Συνήθως το λένε αυτό για τον προδομένο έρωτα. Είναι όμως έκφραση πολλαπλής χρήσης. Ενώνεται ποτέ ένα σχισμένο ύφασμα χωρίς να γίνει ραφή; Κι όμως το μπαλώνουμε και το φοράμε» είπε .

  Ταράχτηκε.  Προσπαθούσε  να της πει κάτι;

   Δεν είπε τίποτα άλλο. Έβαλε τον καφέ στα φλυτζάνια και κάθισε απέναντί της. « Δεν μπόρεσα να φτειάξω κουλούρια» απολογήθηκε. «Αυτή η ευλογημένη η μέση μου, με έχει ταράξει στον πόνο.»

   Μια ζωή, παραπονιόταν για την μέση της, που όσο πέρναγαν τα χρόνια γινόταν χειρότερα.

   «Τώρα πια, δεν χρειάζεται να κουράζεσαι μητέρα. Υπάρχουν όλα έτοιμα. Σκεφτόμουνα να έφερνα λίγα σήμερα, αλλά το μυαλό μου τελευταία, με έχει εγκαταλείψει.»

   Η κόρη μέσα στα μαύρα μάτια της, της φάνηκε να σμίκρυνε. Πόσο την ήξερε!

 Είχε πάντα τον τρόπο της να διεισδύει στην ψυχή της. Σε λίγο θα ερχόταν και η καυτή ερώτηση. Και ήρθε.

   « Τσακώθηκες με τον άντρα σου.»

   Ο σίγουρος τόνος της φωνής της, δεν έκρυβε καν ερώτηση. Της ήρθε να γελάσει, αλλά δεν μπόρεσε.

   « Όχι. Δεν τσακώθηκα.» απάντησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.

    Την κοίταξε με συμπόνια. Δεν είπε τίποτα. H σιωπή της, έσερνε το βάρος της αλήθειας, που είχε αφομοιωθεί αόριστα μέσα στον χρόνο. Η ίδια απέφευγε να της μιλάει για τον γάμο της. Αλλά ήταν σίγουρη, πως εκείνη μέσα στην καρδιά της, πάντα ήξερε.

   Ένοιωσε αμήχανα. Είχαν περάσει χρόνια από τότε, αλλά η αμφισβήτηση για τον Νίκο, δεν έσβυσε ποτέ μέσα της. Κάτι δεν τους πήγε καλά μαζί του απ’την αρχή. Είχαν άλλα όνειρα γι αυτήν, όπως είπαν. Ο πατέρας της το ήπιε πικρό. Μελαγχόλησε. Παρ’όλο που μετά τον γάμο, δεν ξανά’πε ποτέ τίποτα. Η μητέρα της ήταν πιο δυνατή. Πάντα ήταν πιο δυνατή απ’όλους. Κατάφερε και το έπνιξε κι αυτό μαζί με τά άλλα τραύματα που της έφεραν οι καιροί. 

  Ο έλαφρός θόρυβος στο τζάμι του μικρού παράθυρου της κουζίνας της τράβηξε την προσοχή. Έξω, είχε αρχίσει πάλι να ψιχαλίζει. Οι ανοιξιάτικες βροχές, της ξύπναγαν πάντα ένα απροσδιόριστο αίσθημα φυγής.                                                                                          

     «Παιδί μου, τι σου συμβαίνει;»  Η φωνή της, ήρθε απαλή σαν χάδι και την τύλιξε ολόκληρη. ‘Ενοιωσε την ζεστασιά της να χώνεται αργά μέσα στις φλέβες της, να την χαλαρώνει.

   « Μητέρα..» είπε και σταμάτησε. Πάντα έτσι άρχιζε και μετά σταμάταγε. Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το τείχος, που χώριζε τις γενιές τους. Η συντηρητική  ηθική της μητέρας της, ήταν πάντα ασυμβίβαστη με τον δικό της ανεξάρτητο χαρακτήρα. Ήταν ατίθασση από μικρή. Αλλά έγινε ιδιαίτερα μαχητική την εποχή, που χτύπησε ο έρωτας την ζωή της. Από την μέρα, που η ματιά της, συναντήθηκε με το βλέμμα  του ωραίου άγνωστου, έξω απ’το παράθυρό της και ζούσε μόνο  για να τον ξαναδεί. Δεν άκουγε κανένα. Αντίθετα οι συμβουλές για τον χαρακτήρα του, την εξαγρίωναν και την πεισμάτωναν.     «Μητέρα..» ξανάπε. « Με τον Νίκο, είμαστε μια χαρά..Η ανησυχία σου, μοιάζει, σαν να έμεινε στάμπα από κείνα τα χρόνια και δεν σ’αφήνει να ησυχάσεις..»

   Κούνησε το κάτασπρο κεφάλι της. «..Έχεις δίκηο..Τι οφελεί να σκαλίζουμε τα περασμένα; Σκοτείνιασε. Έρχεται πάλι η μπόρα. Πάω ν’ ανάψω το φως» έκανε και σηκώθηκε.

   «Μην τ’ανάβεις. Ακόμα είναι μέρα έξω. Κοίτα! Από την πόρτα φαίνονται στον κήπο οι μαργαρίτες. Πόσες βγήκαν! Ένα κατακίτρινο κεντημένο χαλί. Δεν είναι όμορφα;» έκανε ρουφώντας και την τελευταία σταγόνα του καφέ της.

   Χαμογέλασε αχνά. ‘Ανοιξε το ξεφτισμένο ντουλάπι που φύλαγε τα λαδόξυδα κι έβγαλε ένα μικρό μπουκάλι βύσσινο ποτό.

 «Έχει μείνει ακόμα» της είπε. « Θα μας ζεστάνει λίγο μ’αυτήν την υγρασία. Κάπου έχω και μερικά καρύδια.» 

  «Πάντα η ίδια μητέρα. Πάντα θέλεις να φέρνεις κάτι στο τραπέζι.»

  «Ανοίγει η διάθεση, όταν τρώμε. Και συ θα είσαι νηστική. Να σου τηγανίσω δυο αυγά ή σε περιμένουν σπίτι;»

  «Δεν με περιμένει κανένας. Αλλά ούτε πεινάω. Το ποτό θα το πιώ.»

   Έφερε και γέμισε δυο ρακοπότηρα. Τα μάτια της, έμοιαζαν να την τρυπάνε.

  «Που είναι εκείνη η δύναμη και αποφασιστικότητα που μας τρόμαξε τότε;»της είπε ξαφνικά. «Που κρύβεται εκείνη η βροντερή φωνή της ψυχής σου που έτριξε το σπίτι από τα θέμελα;»

  Η καρδιά της χτύπησε ακανόνιστα. Κατάλαβε τι εννοούσε. Το παρελθόν δεν θα την άφηνε ποτέ. «Ο Νίκος, θα περάσει αργότερα από δω να με πάρει,» έκανε βιαστικά. «Η Καίτη πάει σε μια φίλη της να διαβάσουν. Είπε θ’αργήσει.»

  Κούνησε το κεφάλι της. Κάπου στο βλέμμα της, έπιασε μια φευγαλέα λαχτάρα. Το ίδιο γινόταν κάθε φορά που ανέφερε την κόρη της. Η γέννησή της ήταν το μόνο γεγονός, που μαλάκωσε την ατμόσφαιρα μετά απ’τον γάμο τους.  

  «Πές μου για την Καιτούλα.» είπε σιγανά. «Την τελευταία φορά που την είδα, μου φάνηκε απόμακρη.»

   Το όνομά της, της έφερε πόνο. Ένοιωσε να βουλιάζει σ’ενα γκρίζο τοπείο, που δεν είχε διέξοδο. Στο μυαλό της, αντηχούσαν ακόμα τα λόγια της κόρης της το πρωί, σαν τόλμησε να την ρωτήσει, γιατί γύρισε τα ξημερώματα. Μεταμορφώθηκε σε μαινάδα έτοιμη να την ξεσκίσει. Η ταραχή της, την θόλωσε. Δεν θυμάται καν τι της είπε. Θυμάται μόνο, πως γύρισε στην κρεββατοκάμαρα και ξέσπασε σε λυγμούς. Πόσες φορές αναρρωτήθηκε, αν ήταν δικό της το λάθος. Άν έφταιξε ο ανέμελος τρόπος που την μεγάλωσε. Τότε, που όλα ήταν για το μικρό, γλυκό της κοριτσάκι. Τότε που αυτή έκανε οικονομία στα ρούχα, στην διασκέδαση ακόμα και στο φαί, για να μην της λείψει τίποτα. Τελικά είχε δίκηο η μητέρα της. ‘Όλα είναι ένας κύκλος στην ζωή’ της έλεγε πάντα.

   « Είναι πάνω στην εφηβεία, μητέρα..Τι περιμένεις;» έκανε με κόπο. « Έρχεται απ’το σχολείο και κλείνεται στο δωμάτιό της. Πολλές φορές, δεν βγαίνει ούτε για φαί.»

   « Δύσκολη περίοδος,» μουρμούρισε εκείνη « κι ακόμα πιο δύσκολος ο χειρισμός της. Σε σκέφτομαι. Ο Νίκος, τι λέει;»

   Ο Νίκος..Τώρα μάλιστα! Ο Νίκος, ανασηκώθηκε για λίγο σαν άκουσε τις φωνές το πρωί, μετά γύρισε πλευρό και συνέχισε μακάρια τον ύπνο του. Δεν έδωσε σημασία. Ποτέ δεν έδινε σημασία. Ακόμα, κι όταν την έβλεπε να κλαίει.

   «Ο Νίκος λέει, είναι της ηλικίας..Μου λέει να προσέχω να μην στενοχωριέμαι και πάθω τίποτα. »

   «Σωστά. Είναι της ηλικίας. Μόνο που η ηλικία αυτή, μπορεί να τραβήσει επ’αόριστον, άμα δεν την προσέξεις.»

   Ήταν ανέκφραστη. Να σκεφτόταν, άραγε τα δικά της καμώματα, όχι μόνο στην εφηβεία, αλλά και πολύ αργότερα σαν ήρθε ο έρωτας που  ισοπέδωσε κάθε ηθική αντίσταση και οι κουβέντες της σκληρές, απαιτητικές, έπεφταν άγριες καμουτσιές στο πρόσωπο της και την έγδερναν;

   Ο πόνος στο στήθος της μεγάλωνε. Κοβόταν η αναπνοή της. Τα μάτια της την διάβαζαν. Την τρυπούσαν κατάβαθα. Από πάντα η σχέση μεταξύ τους, ήταν ένας ατέλειωτος ψυχολογικός πόλεμος αντιδράσεων. Αμέτρητες φορές, είχε την αίσθηση, πως χτύπαγε σε βράχο από γρανίτη. Πόσο την μισούσε κείνες τις φορές..Πόσο την λάτρευε τώρα!  

   Ξαναγέμισε το ρακοπότηρο και το κατέβασε μονορρούφι. Η ζεστασιά του ήταν ευεργετική. Ένοιωσε τα μέλη της να χαλαρώνουν.

  «Το βύσσινο ήταν ότι έπρεπε..» είπε αποφεύγοντας την ματιά της. «Αν και συ πάντα μου έλεγες να πίνω με μέτρο ακόμα και αυτό το αθώο ποτό.»

  «..Συνήθως όλα αρχίζουν αθώα..»

   Ήταν πάντα γνήσια και ακριβής στις εκφράσεις. Απέφευγε τα περιττά με ένα μοναδικό τρόπο που την θαύμαζε. Κι ακόμα, δεν αμφέβαλλε ποτέ για την εξυπνάδα της. Τώρα αυτό της το προσόν, ήταν κάτι ακόμα παραπάνω, που την σταματούσε να μιλήσει.

Τό’νοιωθε πως την περίμενε. Την περίμενε ν’αρχίσει.  Κι αυτή έμενε εκεί, φοβισμένη, αδειανή, ανάμεσα στα σκόρπια κομμάτια του μυαλού της.

Κοίταξε πάλι μέσα στο άδειο κουτί που ήταν ο εαυτός της. Πήχτρα σκοτάδι. Μια μετέωρη ύπαρξη χαμένη στα μόρια της σκόνης που γέμιζαν την ζωή της.

   Οι ώρες περνούσαν αργά. Είχε αρχίσει πάλι να βρέχει. Από την ανοιχτή πόρτα,  ακουγόταν το λούκι που έσταζε μονότονα στο τσιμέντο της αυλής.

Η μητέρα της, έσφιξε το σάλι πάνω της. Την κοίταξε με τρυφερότητα. Τα χρόνια χωρίς τον πατέρα της, τη είχαν αφήσει στο βλέμμα μια μόνιμη λύπη.

  « Μητέρα..» έκανε πάλι και σταμάτησε. Ρούφηξε βαθειά την μυρουδιά από το χώμα που έφερνε η ανοιξιάτικη βροχή να πάρει κουράγιο. Πάντα της άρεσε αυτή η μυρουδιά. Ταίριαζε στο πετσί της. Μια φορά ο Νίκος την κορόϊδεψε, όταν του τό’πε. ’Τι βίτσιο κι αυτό’ της είχε πει. ‘Στις άλλες γυναίκες αρέσουν τα αρώματα και σένα τα χώματα’. Τότε δεν είχε δώσει σημασία. Τώρα στο μυαλό της, όλα έπαιρναν μια αλλιώτικη διάσταση.

« Μητέρα » ξανά’πε σιγά. «Η μοναξιά.. είναι σκληρή, όταν δεν την θέλεις. Έτσι δεν είναι;».

 ‘Ενα αμφίβολο χαμόγελο έσκασε στα μαραμένα της χείλη. «Το λέει και το τραγούδι. Είναι η πιο σκληρή παρέα. Αυτοί που τό’γραψαν κάτι ξέρανε.» της είπε μαλακά. « Εσύ όμως, γιατί.. μελαγχόλησες;»

  Μέσα στο σύθαμπο του απογεύματος η φιγούρα της την γλύκανε.  

   « ..Αυτές οι θύμισες..» μουρμούρισε. «Κάθε που πιάνει και σουρουπώνει, έρχονται σαν κουρνιασμένες νυχτερίδες και μου τρώνε τα σωθικά. Βγαίνουν απρόσκλητες μέσα απ’τον λάκκο των αναμνήσεων..’Μια μέρα λιγώτερη’ μου φωνάζουν και φεύγουν στάζοντας στην ψυχή μου τα σάλια και τ’αποφάγια τους.»
  Την κοίταξε περίεργα. Δεν ήταν σίγουρη γι αυτά που άκουσε. « Αυτό ισχύει για όλους» της είπε σοβαρά. « Αλλά είναι για να μένει στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Όχι να μας γίνεται εφιάλτης.»  Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό της. Τόσο κοντά, που είχε την αίσθηση πως έβλεπε τον βυθό των ματιών της. «Παιδί μου, εσύ πονάς», έκανε  με φανερή αγωνία. «Μίλα μου. Σε παρακαλώ.»  

  Τα μάτια της, είχαν γίνει δυο λίμνες με νερό. Δεν άντεχε το βλέμμα της. Τα

χέρια της έτρεμαν. Τα κρατούσε κάτω από το τραπέζι να μην προδοθεί.Πως να της τό’λεγε; Το πρωί, δεν είχε πάει στο γραφείο. Είχε πάει πάλι στο γιατρό. Η είδηση, της ήρθε καταπέλτης. Έπρεπε να κάνει εγχείρηση το συντομώτερο. Οι εξετάσεις της βιοψίας είχαν βγει θετικές. Σαν τ’άκουσε, ένοιωσε την γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της.

    Από κείνη την ώρα, γυρνούσε σαν υπνωτισμένη μέσα στους απρόσωπους δρόμους της Αθήνας, που όσο πήγαιναν ξεμάκραιναν. Η ελαφριά ομίχλη θάμπωνε τα φώτα στ’αυτοκίνητα και τις κολόνες του δρόμου.Τίποτα δεν την άγγιζε πια. Μια παγωμένη μοναξιά την είχε τυλίξει ολόκληρη. Αγωνιούσε για την κόρη της. Το ατίθασο, λατρεμένο κοριτσάκι της, που ήταν η ίδια της η ζωή. Το μέλλον της, θα διέγραφε και την δική της πορεία.  Την έπιανε πανικός στην σκέψη, πως μπορούσε να της συμβεί το μοιραίο. Η καρδιά της, δεν το άντεχε. Τι θα απογινόταν το παιδί της, χωρίς αυτή;

   Και με τον άντρα της; Τι θά’κανε; Εκεί το μυαλό της σταματούσε. Φοβόταν την στιγμή, που θα του τό’λεγε. Πόσο όμως μπορούσε να το κρατήσει μυστικό; Πριν κάμποσο καιρό, οι υποψίες της για την παράνομη σχέση του επαληθεύτηκαν. Τους είδε με τα μάτια της αγκαλιασμένους κρυμμένοι ανάμεσα στις φυλλωσιές του κήπου ενός φιλικού σπιτιού. Δεν την είδαν. Κι αυτή, δεν του είπε τίποτα.

Ο κόσμος της όμως, από κείνη την στιγμή, γύρισε ανάποδα. Και η λίγη αυτοπεποίθηση που είχε μείνει στον εαυτό της, εξανεμίστηκε. Τώρα; Τι θα μπορούσε τώρα αυτή ένα άρρωστο κουρέλι, να περιμένει από αυτόν, όταν εκείνος είχε πετάξει στα σκουπίδια τα χρόνια που έσφιζε από υγεία και ζωή. Τα χρόνια, που του είχε χαρίσει τα νειάτα της και την ψυχή της μέσα σε στιγμές υπέροχες, στιγμές κοινής μυστικής επικοινωνίας που τους είχαν αγγίξει βαθειά και τους ένωσαν.

   Το κουζινάκι είχε γεμίσει σκιές. Ξαναγέμισε το ποτήρι και το κατέβασε μονορρούφι. Χρειαζόταν δύναμη ν’αντέξει.

   «Μίλα μου παιδί μου. Δεν με γελάς. Κάτι έχεις σήμερα» άκουσε σαν σε όνειρο την μητέρα της. «Ο Νίκος, έχει δίκιο. Πρέπει να κοιτάξεις τον εαυτό σου.»

   Η καρδιά της, άρχισε να χτυπάει ασύμμετρα. Ξαφνικά κατάλαβε, πόση αδύνατη ήταν η αντοχή της. Πόση ανάγκη είχε γι αγάπη. Πόση λαχτάρα για μια

ανθρώπινη ζεστασιά. Δάκρυα πόνου, πλημμύρισαν τα μάτια της. Δεν προσπάθησε να τα κρατήσει. Τα άφησε, να κυλήσουν ελεύθερα. Έτρεχαν ασταμάτητα, σκάβοντας αυλάκια από κρύσταλο πάνω στα χλωμά μάγουλά της.

Άνοιξε τα χέρια της και την αγκάλιασε. Κράτησε πάνω στο στήθος το κάτασπρο

κεφάλι της και το φιλούσε.

   «Συγνώμη, μητέρα» ψιθύρισε. « Συγνώμη, για όλα τα χρόνια.. Πάντα ήθελα να στο πω..αλλά για κάποιο λόγο, δεν τόλμησα ποτέ. Ίσως γιατί εσύ ήσουνα πάντα

δυνατή και εγώ γεμάτη προβλήματα. Αυτά, που τώρα, θα καθήσω στ’αλήθεια, να σου πω.»

   Τα πόδια της έτρεμαν. Της πήρε, τα δυο μαραμένα χέρια της. Τα κράτησε σφιχτά μέσα στην φούχτα της και τα φιλούσε. Τα φιλούσε κι έκλαιγε. Έκλαιγε με λυγμούς. Έκλαιγε και της μιλούσε..

   Πόση ώρα πέρασε..Δεν κατάλαβε. Της άδειασε την ψυχή της. Το είχε τόσο ανάγκη. Σαν σταμάτησε, περίμενε με κομμένη  ανάσα την αντίδρασή της. Δεν είδε τίποτα. Το βλέμμα της, συνέχισε να την κοιτάει ήρεμα, γλυκά. Μέσα στο μισοσκότεινο κουζινάκι ακουγόταν μόνο η αναπνοή της. Βαρειά σαν να σήκωνε η ψυχή της την δική της αρρώστεια. 

   «Κόρη μου,» της είπε κάποτε. « Ώρθωσε το ανάστημά σου στην πρόκληση των γεγονότων. Τίποτα δεν σταματάει την ροή του χρόνου.  Όλα περνάνε, όλα αλλάζουν. Αργά..αθόρυβα..Σε λίγο θ’ανήκει κι αυτό στο παρελθόν. Τελικά, αυτό που αξίζει, αυτό που θα σου δώσει δύναμη και κουράγιο να προχωρήσεις, είναι αυτό που μετράει περισσότερο στην καρδιά σου. Αυτό που αγαπάς δυνατά και θα παλαίψεις για να μην το χάσεις. Ξέρεις εσύ. »

   Τα λόγια της ζεστά, ερχόντουσαν σαν βάλσαμο και δυέλυαν τα σκοτάδια της ψυχής της. Ο πόνος ήταν πάντα εκεί κι ο δρόμος ατέλειωτος, μακρύς.. Αλλά τώρα έμοιαζε σαν η πραγματικότητα να είχε αφομοιωθεί μέσα στον χρόνο κι άφηνε μόνο τον λεκέ της, να την πονάει ανασταλτικά. 

   « Σ’ευχαριστώ, μητέρα » ψιθύρισε. « Σ’ευχαριστώ..Εσύ πάντα μου άνοιγες τον δρόμο, αλλά εγώ..»

.

   Τα μάτια της, ήταν ακόμα κόκκινα και την έτσουζαν, σαν άκουσε την εξώπορτα. Η καρδιά της χτύπησε περίεργα. Κι όμως τον περίμενε.

Ο άντρας της, μπήκε απορημένος.

   « Γιατί κάθεσαι στα σκοτάδια; Κι έχεις με την βροχή και τις πόρτες ανοιχτές.»

   « Τώρα σκοτείνιασε. Ήθελα να βλέπω τις μαργαρίτες..»

   « Από τότε που πέθανε η μητέρα σου, το σπίτι έχει κιτρινίσει από τις μαργαρίτες.»

   « Ήταν η αδυναμία της.»

    Έρριξε το βλέμμα του τριγύρω. Κατσούφιασε.

   « Μα καλά, δεν μάζεψες τίποτα; Γι αυτό δεν ήρθες; Πότε θα ξεκαθαρίσεις την παλιατζούρα. Σε δυο βδομάδες έρχεται η μπολντόζα.»           

   «..Θα μαζευτεί..»

   «Έλα τώρα. Πάμε να φύγουμε. Αύριο πάλι.»

   « Ναι…Αύριο…»

   Ανάσανε βαθειά. Έρριξε γύρω της μια τελευταία ματιά. Το βλέμμα της υγρό, χάιδεψε τα πράγματα. Μέσα της σπάραζε. Έφευγε τώρα κι αυτή και τ’αποχαιρετούσε. Στην αυλή, η μυρουδιά από την ποτισμένη γη της έφερε ένα αίσθημα γαλήνης. Στάθηκε κι έκοψε μια μαργαρίτα. Αυτή για τον εαυτό της. Αύριο, είχε κανονίσει, θα έμπαινε στο Νοσοκομείο. Την ήθελε στο κομοδίνο. Δίπλα της.

 (c) Βάνα Κοντομέρκου

  Copyright secured by Digiprove © 2010

Share this DIASPORIC POST so others
also enjoy (Μοιραστείτε το με άλλους):
  • Digg
  • del.icio.us
  • Facebook
  • Google Bookmarks
  • Blogplay
  • Live
  • MSN Reporter
  • MySpace

Related Posts

No related posts.

About The Author

Vana Kontomerkos

Comments

One Response to “Η Επίσκεψη”

  1. Χαίρουμαι,
    Καλώς ήλθες στην παρέα της Διασποράς αγαπητή μου Βάνα!

    Με τις καλύτερες ευχές μου

    Γαβριήλ

Leave a Reply


Get notified of new posts (Ειδοποιήστε με για νέα άρθρα):

email:

Get Adobe Flash playerPlugin by wpburn.com wordpress themes
Copy Protected by Chetan's WP-CopyProtect.